
«Γιατί δεν μπορώ κι εγώ να βρω έναν άνθρωπο να με θέλει στα σοβαρά, για να ζήσουμε μαζί;» μού είχε πει κλαίγοντας η Ά. "Θα τον βρεις βρε χαζό, μην ανησυχείς, κάνε υπομονή", της είχα απαντήσει. Το όμορφο και αξιόλογο αλλά κάπως ιδιόρρυθμο αυτό κορίτσι είχε μεγαλώσει χωρίς πατέρα και σχεδόν χωρίς μητέρα, μόνη με ηλικιωμένους παπούδες. Όταν θέλησε να γνωρίσει τα ετεροθαλή της αδέρφια κάπου στην Πελοπόννησο, ο ίδιος της ο αδερφός της ρίχτηκε, στο σινεμά όπου είχαν πάει. Ήταν πάντα πολύ μόνη. Χρόνια αργότερα, τον βρήκε τον άνθρωπό της. Ζήσαν μαζί δυό τρία ευτυχισμένα χρόνια, έκαναν σχέδια, όρισαν ημερομηνία γάμου, ένα βράδυ υπέγραψαν και τα συμβόλαια για το σπίτι τους, ποτέ δεν την είχα ξαναδει τόσο χαρούμενη και ισορροπημένη. Και το επόμενο πρωί έπεσε νεκρή από άγνωστη αιτία στο μπάνιο του σπιτιού της…. τριανταδύο χρονών.
Ο Δάσκαλός μου και φίλος μου ο Κώστας ήταν ένας εξαιρετικός άνθρωπος κι ένας εξαιρετικός Φιλόλογος. Το 1985 έπαθε ένα τροχαίο που τον κράτησε ένα μήνα στο νοσοκομείο και άλλους δύο στο κρεβάτι. Μόλις συνήλθε έπαθε ένα καραμπινάτο έμφραγμα. Μόλις συνήλθε ΚΑΙ από αυτό, ήρθε η λευχαιμία. Τα πολέμησε όλα παλικαρίσια. Χάθηκε πάνω σε μιά χημειοθεραπεία, μερικά χρόνια μετά το πρώτο ατύχημα.
«Έχω πολλές φορές την παράλογη αίσθηση», έλεγα στην Αναστασία, τη σύντροφό του, «ότι οι δυσκολίες και οι απειλές που συναντάμε στη ζωή δεν είναι είναι παρά μέσα για να γίνουμε ακόμα καλύτεροι, σκόπιμες δοκιμασίες, όχι βέβαια «θεόσταλτες» με την χριστιανική έννοια, αλλά πάντως σκόπιμες κατά κάποιον τρόπο, εμπόδια που έρχονται για να τα ξεπεράσουμε, για να πάμε ακόμα πιο ψηλά»…
Η Αναστασία βούρκωσε. «Αυτό το έλεγε συχνά και ο Κώστας», είπε.
Άφωνος εγώ. Πώς αν χωνέψεις ότι κάποιος που ήδη έχασε το παιχνίδι της επιβίωσης είχε την ίδια αίσθηση ΑΦΘΑΡΣΙΑΣ και ΥΠΕΡΦΥΣΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ μ’ εσένα;
Από τότε πολλές φορές συνέλαβα τον εαυτό μου να έχει τέτοιες παράλογες ιδέες μη–τρωτότητας, συνήθως για να διασκεδαστεί κάποιος φόβος, κάποιος κίνδυνος, ένα αεροπορικό ταξίδι, κάποια αρρώστια, κάποιο ατύχημα, ένας χωρισμός. «Όλα καλά θα πάνε, θα βρεις τον άνθρωπό σου, θα πετύχει η εγχείρηση, θα γυρίσεις και από αυτό το ταξίδι, κι ας είναι στη Βαγδάτη μετά τον πόλεμο», λέει η εσωτερική φωνή… Παρά το ότι η αίσθηση αυτή είναι ολοφάνερα εντελώς παράλογη, είναι τόσο πολύτιμη που η λογική δεν μπορεί εύκολα να την απορρίψει. Όταν τελικά η λογική μου άρχισε να την απορρίπτει συστηματικά κόβοντάς μου κάθε περιθώριο αμφισβήτησης, αυτό μού κόστισε πάρα πολύ. Τόσο που δεν ξέρω αν συνήλθα ποτέ...
«Όλα καλά θα πάνε», μού έλεγε συχνά το Φιλάκι. Δεν πήγαν, τουλάχιστον όχι για τη σχέση μας, αλλά αυτήν την αίσθηση ότι «όλα θα πάνε καλά» την είχα κι εγώ πάντα μέσα μου, ακόμα και τις πιο δύσκολες στιγμές. Πάντα πίστευα στο βάθος ότι στο "τέλος" ΟΛΑ ΘΑ ΠΑΝΕ ΚΑΛΑ, ότι παρά τις προσωρινές δυσκολίες θ’ ακολουθήσει η ηρεμία και ίσως και κάποια ανταμοιβή, ότι κάθε εμπόδιο είναι για καλό. Αυτή η βαθιά πεποίθηση συνοδευόταν πάντα από μια αίσθηση ότι κάποια ανώτερη δύναμη – πές την όπως θέλεις – παρακολουθούσε την πορεία μου, και ότι όχι μόνο δεν θα με άφηνε να χαθώ, αλλά θα μ’ έβγαζε ΚΑΙ από αυτήν την εμπειρία- δυσκολία- ταξίδι- κίνδυνο- ατύχημα ακόμα καλύτερο και δυνατότερο από πριν ("ό,τι δε σε σκοτώνει"...).
Δεν είναι και πολύ δύσκολο να το καταλάβεις - για τους πιστούς αυτή η αόρατη Δύναμη που προσπάθησα να σκιαγραφήσω είναι ο Φύλακας Άγγελος, ή κι ο ίδιος ο Θεός, που μάς επιβλέπει και μάς φροντίζειι από τον Ουρανό όπως ο Παντοκράτωρ από το ταβάνι της εκκλησίας, μαζί με την Αιώνια Μητέρα- καταφυγή-αγκαλιά-Πλατυτέρα των Ουρανών, την Παναγία. Και η σκοπιμότητα που ανέφερα δεν είναι παρά η Θεία Πρόνοια...
Αλλά τα όσα ανέφερα παραπάνω ισχύουν ακόμα και για εμάς τους άπιστους. Έχω καταλήξει λοιπόν στο συμπέρασμα ότι αυτή η παράλογη αίσθηση- νομίζω ότι όλοι καταλάβατε πολύ καλά για ποιο άφατο πράγμα σάς μιλώ – είναι βαθιά εγεγραμμένη στο firmware μας, στη ROM μας βρε παιδί μου, στο BIOS, στο βάθος του εγκεφάλου μας και της βιοχημείας μας. Είναι ένα μίγμα από συγκαλυμμένη υπεραισιοδοξία και μεταφυσική ελπίδα και παιδική αφέλεια, που χωρίς αυτό δεν κάνουμε. Πώς να ζήσεις αν παραδεχτείς ΚΑΙ στο βάθος πόσο λίγος είναι ο χρόνος σου, πόσο εύθραυστος είσαι, πόσο μικρή και μάταιη είναι η ύπαρξή σου, πόσο εκτεθειμένη σε τόσους και τόσους κινδύνους και απειλές; Έχουμε ανάγκη αυτήν την εσωτερική φωνή που μας λέει «όλα θα πάνε καλά», αυτήν την αόρατη Πατρική-Μητρική παρουσία που φανταζόμαστε ότι μάς προστατεύει. Την έχουμε απόλυτη ανάγκη για να μπορέσουμε να συνεχίσουμε να ζούμε.
Νομίζω ότι η αίσθηση αυτή – αν δεν είναι εγεγραμμένη στα γονίδιά μας - ξεκινά από την παιδική ηλικία και εμπεδώνεται στην Εφηβεία, όταν ακόμα είμαστε οι περισσότεροι όντως άφθαρτοι και έχουμε ακόμα την ιδιότητα του παιδιού που το εποπτεύει και το προστατεύει κάποιος γονιός. Ο Έφηβος δεν είναι σε θέση να συνειδητοποιήσει ότι είναι φθαρτός και αναλώσιμος, ότι θ’ αρχίσει σιγά σιγά να χάνει δόντια, μαλλιά , φίλους… έχει την οικογένεια να τον παρακολουθεί και να τον προστατεύει, μπορεί στενά κι ασφυκτικά, πάντως τον παρακολουθεί και τον προστατεύει. Κι αυτή η αίσθηση δε σβήνει ποτέ από την ψυχή. Μπορεί να είσαι εξήντα χρονών, το αεροπλάνο σου να πέφτει, να σού έχουν διαγνώσει άγριο καρκίνο, να βουλιάζει το καράβι σου, αλλά η αίσθηση ότι «Ο μπαμπάς και η μαμά είναι κάπου εκεί και θα δώσουν λύση και θα σε προστατέψουν και θα σε σώσουν στο τέλος» σού δίνει κάποια ελπίδα, βαθιά κρυμμένη στην ψυχή σου.
Ψεύτικη και παράλογη, αλλά πάντως ελπίδα. Πολύτιμη ελπίδα..
Ίσως για αυτό η έκφραση στα πρόσωπα των περισσότερων πεθαμένων να μοιάζει πιο πολύ με έκπληξη παρά με οτιδήποτε άλλο…
Τί θα κα΄νουμε λοιπόν; Θα χάσουμε κάθε ελπίδα; Θ αυτοκτονήσουμε μαζικά για να γλυτώσουμε μιαν ώρα αρχύτερα;
Φυσικά όχι. Απλά θα κατεβούμε από τα ουράνια, θα προσγειωθούμε και θα ζήσουμε στο έδαφος. Όταν έχεις ρεαλιστικές προσδοκίες από τη ζωή, όταν γνωρίζεις τα αληθινά σου όρια, τότε μόνο μπορείς να είσαι αληθινά ευτυχισμένος....
Αλλά αυτό (η ευτυχία) είναι ένα άλλο κεφάλαιο...
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου